Skip to main content

Posts

Showing posts with the label Short Stories

Starred water (a surrealist short narrative)

We were swimming next to the hot springs, but the sea was cold. The starry sky above us seemed ready to crack in the middle, throwing all possible parts of the galaxy right in the sea. I thought that there was definitely something wrong with this picture. But you did not seem to notice, so I just dived in again. The depths of the sea were warmer. Once I got back on the surface I saw you laying on the water as if it were your bed, staring at the heavens – as if there were heavens. And then, taking me by surprise, the skies collapsed; starry bits falling in the sea lighting up the dark waters, thick black patches of matter following behind only to take the light off, starting over and over again. We ran to the shore and clenched onto the sharp rocks, but it was too late. Now I had to tell you about all this. A dark patch fell from the sky right in my guts and devoured me. The edged rocks scratched my skin and only then you turned and asked: “ Why didn’t you say...

Comin’ Home στην Σαμοθράκη, Baby

* διαβάζεται ακούγοντας https://www.youtube.com/watch?v=TVF6kyFH1mI Σαμοθράκη. Ιούλιος 2013. Πρωί προς μεσημέρι. Ζέστη. Στην επαρχιακή οδών Θερμών – Φονιά σταματάει ένα αυτοκίνητο. Χιλιαράκι. Δίχως ωτοστόπ. “ Κάμπινγκ πάτε;” “ Ναι.” “ Ελάτε, θα σας πάρω.” Χίπστερ μπαμπάς, με μία από τις πίσω θέσεις πιασμένες από παιδικό καρεκλάκι, άδειο στην παρούσα διαδρομή. Εμείς πιάνουμε τη θέση του συνοδηγού και την πίσω άδεια. CD-player στο αυτοκίνητο παίζει Mel Torm é . I'm comin' home, baby, now (Do-do-do-do-do-do) Διασχίζουμε την καυτή άσφαλτο σχεδόν χορευτικά. I'm comin' home now, right away (Do-do-do) “ Διακοπές;” “ Ναι.” “ Πρώτη φορά;” “ Όχι.” I'm sorry now I ever went away Every night and day I go and stay Η ζεστή ατμόσφαιρα επιδεινώνει την υπνηλία, την οποία αδυνατεί να αναχαιτίσει ακόμα και ο πρωινός καφές. Comin' home, baby, now ...

Θεσσαλονίκη

Σκηνή πόλης Σιδέρωνε μετά τα μεσάνυχτα χωρίς λόγο. Η κουρτίνα αφημένη ανοιχτή · ίσως και ξεχασμένη. Και τσακωνόταν με την κόρη της. Κάτι για το ντύσιμο, ή την αυριανή έξοδο... Ουρανός με αιθαλομίχλη. Οι γείτονες από τις τριγύρω πολυκατοικίες, μέσω του κοινού τους ακαλύπτου χώρου, μπορούσαν να τις ακούσουν. Θα μπορούσαν να τις ακούν και παράλληλα να αγναντεύουν τον μουντό, γκριζαρισμένο ουρανό, ως ένα είδος εναλλακτικού σινεμά. Αλλά, ακόμα και αν στους φιλοπερίεργους αρέσουν οι καυγάδες, σε κανέναν δεν αρέσουν οι γκριζαρισμένοι ουρανοί · ενδεχομένως σε αντιδιαστολή με τα γκριζαρισμένα μαλλιά. “ Ώριμοι άντρες και μαλακίες!” ακούστηκε μία φωνή από κάποιο άλλο διαμέρισμα, και όπως στιγμιαία έκανε τη δήλωσή της έτσι στιγμιαία έσβησε κιόλας. Χωρίς μπακγκράουντ. Ο μοναδικός παρατηρητής που μέχρι εκείνη την ώρα στεκόταν σε κάποιο από τα μπαλκόνια που πλαισίωναν τον ακάλυπτο, που τον τραβούσε ο μουντό ουρανός αλλά τον απωθούσαν...

Δυο νύχτες στην Αθήνα - ΜΕΡΟΣ Δ' (ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ)

[ΜΕΡΟΣ Α'] [ΜΕΡΟΣ Β'] [ΜΕΡΟΣ Γ'] Ι. Περιμένοντας στην παραλαβή αποσκευών του αεροδρομίου, παρατήρησε την αφίσα για το φεστιβάλ νέων χορογράφων φτιαγμένη με μία φωτογραφία του Άρη από τις πρόβες που είχαν ήδη προηγηθεί. Μηχανικά τράβηξε το κινητό της και έβγαλε την αφίσα φωτογραφία. Οι αποσκευές άρχισαν να εμφανίζονται στον κυλιόμενο διάδρομο και σύντομα εντόπισε τη δική της. Στην Αθήνα έκανε ακόμα ζέστη, αν και είχαν φτάσει ήδη στα μέσα του Σεπτέμβρη. Μόλις το κινητό της έπιασε το δίκτυο τηλεφωνίας, έκανε την κλήση. «Έλα, Άρη, έφτασα.» ΙΙ. «Είναι που αυτά που σε βαραίνουν σε γειώνουν κιόλας και πατάς γερά τα πόδια σου στη γη. Αυτό σε κάνει καλύτερο χορευτή και πιο εμπνευσμένο χορογράφο. Και στους δύο σου ρόλους, ο στόχος γίνεται κοινός: να πετάξεις», είπε ο Άρης σε μία από τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων που ακολούθησαν την παρουσίασή του, το πρώτο βράδυ του φεστιβάλ. «Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε σε αυτή την προσέγγιση;» «Μία φίλη», απάντησε ...

Δυο νύχτες στην Αθήνα - ΜΕΡΟΣ Γ'

[Μέρος Α'] [Μέρος Β'] Δύο νύχτες είχαν μόλις αρκέσει για να ξεθυμάνει ο απόηχος της απεργίας των οδοκαθαριστών και η οσφρητική εντύπωση που είχε κάνει αυτό στην πόλη, ή έστω, στη γειτονιά τους. Δύο νύχτες που γεφύρωναν τα πυκνογραμμένα χειρόγραφα της Πέτρας με την επαναλαμβανόμενη μουσική του Άρη. Μακάρι να ήταν μέσω κάποιας συνεργασίας ή έστω λόγω δημιουργικότητας. Αυτό που τους συνέδεε όμως ήταν στην ουσία η αδυναμία τους για τα παραπάνω και η αδιαπραγμάτευτη μοναχικότητά τους. Κι έτσι δύο άνθρωποι παρέμεναν αβοήθητοι και ξένοι για δύο νύχτες, ακριβώς όμως όπως και δύο γνωστοί μοιράζονται τον ίδιο καναπέ κρατώντας μέσα τους όσα αισθάνονται και όσα τους βαραίνουν.  Το τέλος της δεύτερης νύχτας βρήκε και τους δυο τους αποκοιμισμένους κάπως διαφορετικά και με σκέψεις που ξεπρόβαλαν σα τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας. Η απάρνηση μίας γεννούσε περισσότερες και οι περισσότερες εντέλει έπνιγαν το μυαλό. Στον ταραχώδη ύπνο τους είδαν το ίδιο όνειρο∙ προσπέκτους για παράσταση...

Δυο νύχτες στην Αθήνα - ΜΕΡΟΣ Β'

[Μέρος Α'] I . Ο Άρης είχε προτείνει ο ίδιος λίγες εβδομάδες πριν να χορογραφήσει και να παρουσιάσει ένα σύντομο κομμάτι ως εισαγωγή στο φεστιβάλ νέων χορογράφων. Δεν ήταν ακριβώς «νέος χορογράφος», αλλά ούτε κι από αυτούς που λάμβαναν χρηματοδοτήσεις και παρουσίαζαν πρωτοποριακές δουλειές στους μεγάλους χώρους πολιτισμού της Αθήνας. Η παρούσα και παρατεταμένη θέση του κάπου ανάμεσα στα δύο του επέτρεπε να κάνει το «καλωσόρισμα» στους καινούργιους ως κάποιος που δεν έχει κάποια άλλη υποχρέωση, ή και φιλοδοξία. Τη μουσική των τριών λεπτών παρά ενός δευτερολέπτου την είχε ηχογραφήσει ο ίδιος μήνες πριν, σκαλίζοντας τις γνώσεις του στο πιάνο. Δεν είχε καταφέρει έκτοτε να τη χρησιμοποιήσει κάπου αλλά, σκέφτηκε, η περίσταση του φεστιβάλ ήταν μία καλή ευκαιρία. Ίσως έβγαινε κάτι μεγαλύτερο που θα μπορούσε να το παρουσιάσει ύστερα ανεξάρτητα… Αυτά τα παρολίγον τρία λεπτά του έπιναν τις τελευταίες νύχτες το αίμα, τον αέρα και το οξυγόνο, καθώς ανακάλυπτε, ή επιβεβαίωνε, την πλ...

Δυο νύχτες στην Αθήνα - ΜΕΡΟΣ Α’

Ι. Από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα άκουγε κάποιον να σκαλίζει τον κάδο με τα σκουπίδια κάτω από το σπίτι. Γνώριμος ήχος. Δεν βγήκε να δει περισσότερα. Συνέχιζε να ακούει τη μελωδία που έπαιζε, χαμηλωμένη σα μουσικό χαλί της στιγμής και επαναλαμβανόμενη. Ήταν μια στιγμιαία έμπνευση να την συνθέσει και ηχογραφήσει τόσους μήνες πριν, η οποία έμενε χωρίς συνέχεια. Ο τόνος της, απαλός και με μοτίβο, γέμιζε το στιφό καλοκαιρινό δωμάτιο σαν άλλη ησυχία. Αν και χώρος στο δωμάτιο υπήρχε, κινήσεις το σώμα δεν έκανε. Η έμπνευση ήταν τώρα σα να κρεμόταν από το ταβάνι του σπιτιού, μα να μην τον ακουμπούσε. Κάθε που το κομμάτι ξανάρχιζε, έκλεινε τα μάτια, αλλά κι έτσι το ίδιο θέαμα αντίκρυζε∙ το γκρι λερωμένο ταβάνι. Σα τον γκρι αντί σκούρου μπλε ουρανό από έξω, ή σα το χρώμα των σκέψεών του. Αν είχαν, θα ήταν γκρι, να συμβολίζει τη στειρότητα. Χαμήλωσε τελείως τον ήχο και αντ’ αυτού άνοιξε την τηλεόραση. Κοιτούσε όμως τα ταλαιπωρημένα του γόνατα, τους αστραγάλους και τα κουντεπιέ… Οι αδιάφοροι...

Επίσκεψη

Στο σπίτι υπάρχουν ντουλάπες κλειστές, ρούχα σου γεμάτες. Εσύ δεν είσαι εκεί. Δύσκολη ερώτηση το πού είσαι. Παντού και πουθενά, ξύπνια και κοιμισμένη. Σε ψάχνω πότε χαράματα, πότε απογεύματα, πότε στα σκοτάδια της νύχτας. Όταν το σάλιο στεγνώνει κι η αναπνοή σφίγγει. Όταν χάνω κι εμένα. Σε βρίσκω μόνο στο μυαλό, μια ιδέα κρατημένη ζωντανή, μια καρδιά διπλή. Και σε χάνω πάλι. Σα να πετάς, απ’ τη μία μέρα στην άλλη, απ’ τη μία ματιά στην επόμενη, από ‘κείνο το τοπίο σ’ ένα διαφορετικό. Η ποικιλία δεν ταιριάζει στην ανάμνηση, τη φθείρει στις γωνίες, τη στρογγυλεύει, της φέρνει γαλήνη. Μία ανάμνηση πρέπει να φέρνει γαλήνη, αλλά όχι να είναι γαλήνια η ίδια. Ακόμα μία στιγμή, πού χάνεσαι; Μπλέκεσαι με τη ζωή και δεν πρέπει, είσαι πέρα απ’ αυτή. Έτσι γήινη, ξεφεύγεις μονίμως. Πετάς. Και στέκεσαι μπροστά μου ολόιδια, μα αλλιώς. Είσαι σ’ όλα της γης, μα όλα της γης δεν είναι για σένα. Το ίδιο βλέμμα, που συνταράσσει την ανάμνηση και γαληνεύει την ψυχή, το βλέπω τώρα. Σ’ άλλο...

Negligence (a collection of separations)

September 2013 They walked up the hill to the house. They held each other lightly as a final goodbye. They had said it already many times; there was no more courage to embrace the moment. No one was aware that it would be the last such one they would have. A someone opened the door, and he vanished behind it.  January 2014 Three in the morning with no sleep. The city had saved its best for today; sunny, loud, vibrant! They said no goodbyes, but set a date for another time in another city. She realised she was full; full of people, of things, of experiences, of memories, of reasons to come back. A few hours later, the plane took off and the city was now an air view from outside the window…    September 2015 There could be no goodbyes with him, no honesty. The unwelcome saviour, delayed and pre-occupied with other affairs, had no tolerance for emotions. Either people were running after him or they were simply fading; usually.  She would have loved to be ...

Μικρός αποχωρισμός

(μία πρόωρη διαύγεια στο χαρτί) Ο δρόμος· σα να με καλούσε να γράψω γι’ αυτόν. Σα να με καλούσε να του δώσω λίγες τελευταίες λέξεις μου. Πριν το επιχειρήσω εγώ, με αποχαιρετούσε ήδη αυτός, γνώστης των σκέψεων και των πόθων μου. Φύσηξε ένας βιαστικός αέρας φθινοπώρου, προάγγελος και φάντασμα των τελευταίων μερών του Αυγούστου. Στα βήματα πηγαινοερχόταν και θα ένιωθε ο οποιοσδήποτε στιγμιαία πως πετούσε· πετούσε κι έφευγε ήδη. Σα να τον έδιωχνε η πόλη ή σα να ανταποκρινόταν σε ένα κάλεσμα από αλλού. Δεν ήταν μόνο σκέψη μου πλέον· κυκλοφορούσε στον αέρα σαν υπόσχεση και για λίγο είχα την εντύπωση πως άκουγαν τον ψίθυρό της όλοι. Προχώρησα ανηφορικά στην παλιά αγορά, ερημωμένη καθώς η νύχτα πλησίαζε, προς το κέντρο της πόλης. Ακόμα και τα αυτοκίνητα θύμιζαν φαντάσματα, έτσι όπως περνούσαν χωρίς στίγμα, αδιάφορα στο δρόμο. Λεπτές ψιχάλες ενέτειναν την αύρα ενός φθινοπώρου που βιαζόταν να φτάσει. Ερχόταν τρέχοντας για την ακρίβεια, ενώ εγώ είχα σχεδόν γυρίσει την πλάτη μου.  Οι ...

Ανεμώνες

Κάποιος είχε φέρει ανεμώνες στο σπίτι. Τις έβλεπα πρώτη φορά. Θυμάμαι μου είχε πει πως τις ανεμώνες πρέπει να τις μαζέψεις αμέσως μόλις βγουν, γιατί δεν κρατάνε πολύ. Ήταν τύχη που τις είχε βρει στο ανθοπωλείο – από ανθοπωλείο πρέπει να τις είχε πάρει, ναι. Ήταν και η εποχή τους. Κόκκινες, κίτρινες, μπλε, φούξια, μωβ – οι μωβ ήταν οι αγαπημένες μου – με τη μαύρη της κηλίδα η καθεμία στη μέση. Ένα ετερόκλητο πλήθος λουλουδιών, κι ας ήταν τα ίδια. Ακολουθώντας τα προφητικά λόγια του φορέα τους, μετά από λίγες μέρες μαράθηκαν. Απογοητεύτηκα τόσο πολύ. Κοντά στο σπίτι είχε πολλά πράγματα. Τα λιβάδια που τα χτυπά ο βοριάς δεν ήταν απ’ αυτά.                Λίγο καιρό μετά διάβασα μία ιστορία για τις ανεμώνες, για το πώς τις άνθιζε ο Αίολος φυσώντας για μία νύμφη που αγαπούσε. Ήταν σε αυτά τα παιδικά βιβλία με τις εικονογραφήσεις. Τότε που τα παιδικά βιβλία έμοιαζαν με κόσμους μεγαλύτερους από το δικό σου. Αλλά σπάνια τις ξανα...

Για ένα σπίτι

Άνοιξε όλα τα παντζούρια του σπιτιού και τράβηξε τις κουρτίνες. Λένε πως τα σπίτια άμα μπει το φως του ήλιου μέσα ζεσταίνονται. Τούτο ‘δω πάντως ήταν ακόμα κρύο. Άφησε το κείμενο που έγγραφε για πολλοστή φορά χωρίς διορθώσεις, χωρίς συνέχεια. Μερικές φορές τα γράμματα φάνταζαν τεράστια στην οθόνη, ακατάλληλα για τις σκέψεις των ανθρώπων, άκομψα. Άλλες πάλι, οι σκέψεις των ανθρώπων έμοιαζαν άξιες της μοίρας τους. Αν και πίστευε πως δεν υπήρχε καμία μοίρα. Το τραπεζάκι της γωνίας, όπως στηριζόταν μόνο σε ένα πόδι, έγερνε προς τη μία μεριά. Απόρησε πως στέκονταν ακόμα επάνω όλα αυτά τα πράγματα. Το βρήκε χαριτωμένο και σύντομα το ξέχασε. Το τζάκι ήταν βρώμικο κι αναρωτήθηκε μήπως πρέπει να το καθαρίσει. Μα, τι σημασία έχει ένα τζάκι; Καμιά! Προχώρησε στο βαριά επιπλωμένο σπίτι, με μόνη ένδειξη ζωντάνιας τα λουλούδια στα βάζα. Τα πήρε στο νεροχύτη για να τους αλλάξει το νερό κι όπως το νερό από τα βάζα χυνόταν κιτρινισμένο, μία μακάβρια συνειδητοποίηση έμοιαζε να τα γεμίζει. Ένας άνθρω...